|
Το τάνγκο ανθίζει στα λιμάνια, στους τόπους των αποχαιρετισμών, στις πολιτείες τις στοιχειωμένες από δάκρυα , από προδομένες υποσχέσεις και προσδοκίες που δεν έγιναν ζωή. Το τάνγκο είναι πόνος που έγινε μουσική, χορός, γιορτή και μπήκε στα καθωσπρέπει σαλόνια του μεσοπολέμου για να επιστρέψει στις μέρες μας αλλάζοντας μορφές. Ηλεκτρονικό, Νουέβο, Κλασσικό ώριμο πια παιχνιδίζει με τους ανθρωπους, τις διαθέσεις τους, τις εποχές και το χρόνο.

Ταξίδεψα πριν από λίγες εβδομάδες στις μελαγχολικές και γλυκά παρηκμασμένες σάλες του πολυκαταστήματος «Harrold’ s» στην Avenida Cordoba του Μπουένος ’ιρες, που είχαν παραμείνει κλειστές από την εποχή του πολέμου των Φώκλαντς και ανοίξανε για να φιλοξενήσουν το Παγκόσμιο Φεστιβάλ Τάνγκο και το Μουντιάλ χορού (www.festivaldetango.gov.ar). Είχα βαλθεί να επαληθεύσω τη φράση-διαπίστωση που έχει εντυπωθεί στο μικρό μου κεφάλι. «To tango σε διαλέγει δε το διαλέγεις». Έτσι δήλωνε με λυτρωτική χαρά η ελληνοαμερικανίδα συγγραφέας Μαρίνα Πάλμερ στο βιβλίο της «Κiss and Tango» και δώριζε στην αγκαλιά του μοιραίου την περιπέτεια που λέγεται τάνγκο. Επέστρεψα στις “μιλόνγκες” της Θεσσαλονίκης, στις σεμνές και ενδιαφέρουσες εκδηλώσεις του 2ου Φεστιβάλ Τάνγκο της Θεσσαλονίκης (www.barriocultural.gr). Ξαναείδα στο «Ολύμπιον» ταινίες αφιερωμένες στην «κουλτούρα της παρακμής» που έντυσε με επιτυχία το τάνγκο. Καρφίτσωσα το βλέμμα μου σε μερικές από τις φωτογραφίες που κρέμονται στην Αίθουσα Τέχνης του Κέντρου Αρχιτεκτονικής Δήμου Θεσσαλονίκης (η έκθεση συνεχίζεται ως τις 19 Οκτωβρίου). ’κουσα την ίδια λυτρωτική μελωδία που τα δύο λιμάνια (Μπουένος ’ιρες-Θεσσαλονίκη) σιγοσφύριζαν. Το τάνγκο μοιάζει με τελετή, κάθε ένα από τα πειθαρχημένα βήματα του αποκαλύπτει πλήθος από τις αποχρώσεις των αισθήσεων που «νομίζουν» ότι είναι οι μόνες που σε δένουν με την πραγματικότητα (αλλά δεν έχουν δίκαιο). Τις οσμές των λαιμών που ποτέ δε γευόσουν. Τις εικόνες που προβάλλουν με οθόνη τα κλειστά μάτια και ποτέ δε θα ειδωθούν, τα αγγίγματα και τα μη λεκτικά μηνύματα που σου δείχνουν το δρόμο προς τη φόρτιση. Τη μουσική που αποκαλύπτει τους μηχανισμούς της συγκίνησης. Το τάνγκο χορεύεται μέσα από τη ρευστότητα της μελωδίας και τη υποστήριξη του ρυθμού, δε μοιάζει σαν τους άλλους χορούς που «ακουμπάνε» στην ασφάλεια του ρυθμού και επιφυλάσσουν για τη μελωδία ρόλο διακοσμητικό. Αρπάζεται από τη μελωδία για να εκτονώσει την ένταση της αγκαλιάς, να υμνήσει τη πηγαία ισχύ του χορού και του διαλόγου σώματος και μουσικής, διάλογος που πάει βαθιά στο χρόνο και τη ψυχή. Λύνει τους κουρασμένους εγκεφαλικούς κόμπους και σε αφήνει κάθε φορά να αναρωτιέσαι, να αναρωτιέσαι, να αναρωτιέσαι ακόμη και για πράγματα για τα οποία ήσουν βουτηγμένος στη βεβαιότητα. Σε καλεί να εμπιστευτείς την ουσία του ανθρώπου που κάθε φορά κλείνεις στη θερμή αγκαλιά σου και να αφεθείς. Να ξεχάσεις τη λογική και το συμβατικό φόβο με το οποίο σε προίκισε η ζωή που σου έμαθε, από μικρό παιδί, να προστατεύεις τον εαυτό σου από τον πόνο και να μη τον εκθέτεις σε κινδύνους. Κάθε τανγκιέρο ή τανγκιέρα δε φοβάται τον πόνο, αδιαφορεί για το ενδεχόμενο οι προσδοκίες του να προδοθούν για ακόμη μια φορά. Είναι απελευθερωτικό, καταραμένο και για αυτό ενδιαφέρον όπως κάθε περιπέτεια που αλλάζει τη ζωή σου…. Εκλεκτική σχέση με την ιστορία Η Θεσσαλονίκη ετοιμάζεται να γιορτάσει το 2012 τα100 χρόνια από τότε που ξεκίνησε τη νεοελληνική της περιπέτεια. Κάποιοι βλέπουν την επέτειο ως ευκαιρία για γιορτή και κάποιοι άλλοι (στους οποίους ανήκω) ως αφετηρία για προβληματισμό. Σε κάθε περίπτωση αποτελεί καλή ευκαιρία για μια βουτιά στο παρελθόν χωρίς προκαταλήψεις και στερεότυπα. Οι «δημόσιοι άρχοντες» επιμένουν να στηρίζουν εορταστικού και επετειακού χαρακτήρα γεγονότα που τονώνουν την απολίτικη αγάπη για το παρόν της πόλης ενώ από το παρελθόν της κρατούν μονό(προσεκτικά) επιλεγμένα κομμάτια. Κυριαρχεί η εκδοχή της Θεσσαλονίκης που καθορίζεται μονότονα είτε από το κοντινό παρελθόν είτε από το λαμπρό Βυζαντινό. Παραλείπονται συστηματικά ολόκληρα κομμάτια της πορείας της στο χρόνο όπως η Οθωμανική ή η Ρωμαϊκή περίοδος. Με αποτέλεσμα όσες φορές επιχειρούνται μεγαλύτερες «βουτιές» στο παρελθόν (όπως αυτή του Μαζάουερ με την «Πόλη των φαντασμάτων») το ξάφνιασμα και η αμηχανία πολλών συμπολιτών μου να είναι φανερή. |