|
 Δανείζομαι τον όρο «οδηγά σημεία» από το μάθημα της ανατομίας, αυτός ο όρος είναι ένα από τα πολλά σουβενίρ που μου πρόσφεραν εκείνα τα φοιτητικά απογεύματα στις ψυχρές αίθουσες του ανατομείου της Θεσσαλονίκης. Μου είχε αρέσει ο όρος «οδηγά σημεία» που δεν τον βλέπω να χρησιμοποιείται ευρέως και ακόμη και το word μού τον κοκκινίζει υποδεικνύοντάς τον ως λάθος. Πρόκειται για «σημεία φάρους» στο ανθρώπινο σώμα που σε βοηθάνε να καταλάβεις πού βρίσκεσαι κάθε φορά και να ονομάσεις αυτό που βλέπεις ή ψηλαφείς. Την πρακτική του ορισμού «οδηγών σημείων» την ακολούθησα για να περιπλανηθώ και να διερευνήσω τη Θεσσαλονίκη, που έτσι και αλλιώς διαθέτει ένα ενδιαφέρον πονεμένο (και «κακοποιημένο») σώμα (μια εκδοχή του οποίου περιέγραψε αριστουργηματικά ο Γ. Ιωάννου στο κείμενό του «Με τα σημάδια της επάνω μου»).
Από το Μηδέν στο Πάικο
Το πιο σημαντικό «οδηγό σημείο» για τη στήλη αυτή είναι κυριολεκτικά το «Σημείο μηδέν» των χιλιομετρικών αποστάσεων της χώρας που βρίσκεται στην καρδιά της πλατείας Βαρδαρίου (ή Ελευθερίας) που τώρα τραντάζεται από τα κομπρεσέρ του μετρό. Παραδίπλα στέκεται ένα εξίσου σημαντικό σε συναισθηματική αξία «οδηγό σημείο», ο μικρός πλακόστρωτος (μη) δρόμος της οδού Πάικου που έχει το όνομα του βουνού όπου έζησα το παιδικά μου χρόνια. Το Πάικο είναι ένας όμορφος ορεινός όγκος που μοιράζεται μεταξύ των νομών Πέλλας, Κιλκίς και μιας χώρας «που κάποτε τη λέγαμε Γιουγκοσλαβία». Ενας ορεινός όγκος που διεκδικεί ένα κομμάτι αυτού που ονομάζει ο Χρ. Ζαφείρης (στο βιβλίο του «Θεσσαλονίκης Τοπιογραφία») «περιφερειακή συνείδηση» της πόλης, μια και βρίσκεται λίγα χιλιόμετρα βορειοδυτικά της. Στο στενό αυτό δρομάκι υπάρχει η τελευταία επιγραφή στα αραβικά που θυμίζει την οθωμανική περίοδο της Θεσσαλονίκης. Στην οδό Πάικου άνοιξε το πρώτο εναλλακτικό καφενείο (που λέγεται «4 Εποχές») της περιοχής, για να ακολουθήσουν χρόνο με τον χρόνο πολλά ακόμη της λεγόμενης πιάτσας των Ανω Λαδάδικων.
Μια φορά και έναν καιρό...
Η μαρμαροσκαλιστή αραβική επιγραφή είναι πάνω από την είσοδο ενός νεοκλασικού κτιρίου. Μέχρι πρόσφατα στο ισόγειο του κτιρίου είχε ένα συμπαθητικό κυλικείο που σέρβιρε πορτοκαλάδα «Φλώρινα» και στο ισόγειό του έχει ακόμη μία βιοτεχνία βαπτιστικών ειδών. Στο παρελθόν ήταν ένα χάνι για κουρασμένους επαρχιώτες αγωγιάτες που με τα ζώα τους κατέβαιναν στη Θεσσαλονίκη για να προσφέρουν υπηρεσίες και προϊόντα στους Θεσσαλονικείς. Ιστορίες δραματικές και κωμικές με πρωταγωνιστές τέτοιους αγωγιάτες άκουσα πολλές στα παιδικά μου χρόνια από τους γέροντες του χωριού και τον πατέρα μου που μαζί με τη Θεσσαλονίκη μού έμαθαν και την ομορφιά της διήγησης και του παραμυθιού. Μια φορά και έναν καιρό... |