|
«Γρήγορα ναι, πρόχειρα όχι» |
| Εκτύπωση |
|
E-mail
|
Είναι καιρός τώρα που ξανασυνάντησα την Εγνατία και την περπατάω όλο και πιο συχνά. Ο πρώτος δρόμος που μαθαίνεις και ο πρώτος που απαρνιέσαι όταν ζεις στην πόλη αυτή. Παριστάνει τον κόμπο ο οποίος δένει μεταξύ τους τις δύο υπερτροφικές πλευρές της «Θεσσαλονίκης που μοιάζει με παπιγιόν». Ξεκινά από τον Βαρδάρη και διατρέχει το πιο σφύζον, πολύχρωμο και πολυπολιτισμικό κομμάτι της πόλης. Μερικές φορές, έτσι που τη βλέπω, αφόρητα πολύβουη, τραυματισμένη και άσχημη από τα εργοτάξια του μετρό, μου μοιάζει σαν να εκδικείται όλους εμάς τους διαβάτες που δεν της δίνουμε την πρέπουσα σημασία. Αλλες φορές τη βλέπω ως σύνορο νοητό και χωρικό προς όλες τις κατευθύνσεις. Στον άξονα ανατολής-δύσης ορίζει τις δύο πλευρές της πόλης στήνοντας μια πολεοδομική γέφυρα λιγοστών χιλιομέτρων. Στον κάθετο άξονα μεταξύ βορρά και νότου είναι ακόμη πιο αυστηρή. Από τις δύο όχθες των άναρχων πεζοδρομίων της ξεκινούν δύο διαφορετικοί κόσμοι. Προς το νότο, το καθωσπρέπει κέντρο με τις αστικές αναπλάσεις, τα καγκελάκια (του Βασίλη), τις ακριβές βιτρίνες και τα προνομιακά ακίνητα που φλερτάρουν τη θάλασσα. Προς το βορρά το «αλλοχρονισμένο» και άτακτο αστικό μωσαϊκό με τα καταλυμένα από παρκαρισμένα αυτοκίνητα στενά της «άνω πόλης».
 Καθώς περπατώ βιαστικά, στο μέσο της Εγνατίας στρέφω πάντα το βλέμμα μου στην κατάληψη του Τμήματος Θεατρικών Σπουδών που συνεχίζεται ακόμη. Κοντοστέκομαι πάντα και διαβάζω τα ταμπλό έξω από την είσοδο, παίρνω μια βαθιά ανάσα και συνεχίζω την πορεία μου στην πόλη και τον χρόνο. Ούτε δύο μήνες δεν συμπληρώθηκαν από τα γεγονότα του Δεκέμβρη και το υπερτροφικό θυμικό των Ελλήνων τα κατέταξε στο παρελθόν. Αναφερόμαστε σε αυτά ως μια ανάμνηση μιας ένδοξης αναλαμπής, μιας σπίθας που θα μπορούσε να γίνει λυτρωτική φωτιά και να ζεστάνει τις ζωές μας. Σαν εύπλαστο ζυμάρι, αυτό που υποτιμητικά ονομάζεται «κοινή γνώμη» και εγώ προτιμώ να το λέω «κοινό αίσθημα», οργίστηκε, θύμωσε, φώναξε, δήλωσε, πρωταγωνίστησε στα πλάνα των ρεπορτάζ και τις αναλύσεις των ειδικών. Μετά, επέστρεψε τρομοκρατημένο από την οικονομική κρίση για να κουρνιάσει στο «υλιστικό του καταφύγιο» περιμένοντας τον «μεσσία». Ενα θαύμα, μια «σφαίρα», έναν Αλέξη, την επόμενη αφορμή για να ξαναδηλώσει παρηγορητικά ότι έχει επίγνωση πως τίποτε από όλα όσα με «θεαματικό τρόπο» συνθέτουν τη δημόσια σφαίρα δεν είναι αληθινό. Δεν εξαιρώ τον εαυτό μου από αυτή τη διαδρομή. Μέσα σε δύο μήνες έκαναν τον κύκλο τους τα πηγαία συναισθήματα του θυμικού, εκτονώσαμε τη συσσωρευμένη μας οργή για μια πολιτεία που αντιμετωπίζει τους πολίτες ως εχθρούς, δείξαμε πως μπορούμε και εμείς να κάνουμε το ίδιο, εξαγνιστήκαμε και επιστρέψαμε στους φόβους και τους κόμπους μας. Μια ψύχραιμη ματιά στα γεγονότα του Δεκέμβρη θα εντόπιζε το σαφέστατο διαζύγιο που έχει πάρει ο πολίτης από την πολιτεία και οποιαδήποτε παράμετρό της (πολιτική, τάξη, κοινωνική ειρήνη κ.ά.). Ενα διαζύγιο όμως προσωρινό. Το πολιτικό σύστημα με δακρύβρεχτες, τηλεοπτικής αξίας και αισθητικής, εξομολογήσεις (σαν του Ανδρέα Μικρούτσικου προς την καλή του) μάς έπεισε και γυρίσαμε πίσω σε ένα «σπιτικό» που δεν μας χωρά, δεν είναι φτιαγμένο για μας, δεν είναι φτιαγμένο από εμάς! Και έχουν μείνει μόνο σημάδια ενός «ένδοξου» πρόσφατου παρελθόντος (σαν την κατάληψη της Σχολής Θεάτρου στο μέσο της Εγνατίας) να μας θυμίζουν πως συμβιβαστήκαμε γρήγορα, ξεχάσαμε γρήγορα, όλα γρήγορα τα κάναμε! *
|