|
Για τις ζουμερές ψυχές... |
| Εκτύπωση |
|
E-mail
|
|
 Το αναζωογονητικά θερμό φως του ανοιξιάτικου ήλιου μου χαρίζει αναρωτήσεις που μοιάζουν με αναπνοή. Ένα μεγάλο μέρος αυτών των αναρωτήσεων πότε με σαφή και πότε με ασαφή τρόπο μοιράστηκα μαζί σας, χωρίς να φοβάμαι μήπως χάσουν το δρόμο τους. Ακόμη και αν αυτό συμβεί θα απομείνει η "περιπλάνηση" τους σκέφτομαι. Αυτή η βόλτα ενώ φαίνεται άσκοπη έχει τη δύναμη να γεμίσει το χρόνο, μια αναζωογονητική πορεία χωρίς προορισμό. Στο μυαλό μου αυτές τις μέρες τριγυρίζει μια φράση για τον κόσμο μας όπου «ακόμη και ο ίδιος ο θεός έχει πεθάνει», ένας κόσμος «απομαγεμένος» που βιώνει την απώλεια των "μεγάλων αφηγήσεων" που έδιναν ένα κάποια νόημα στη ζωή. Σε αυτό το κόσμο βλέπω «ζουμερές ψυχές» να χάνουν τη σφριγηλότατα τους και απεγνωσμένα να προσκολλώνται σα βδέλλες σε δίκτυα κοινωνικής δικτύωσης επιζητώντας να ρουφήξουν λίγη δανεική ζωή. Διαμεσολαβημένη παρασιτική, μέσα από chat, αποσπασματικές και πολύσημες φράσεις και αναρτήσεις (βίντεο, εικόνων και τραγουδιών) που επωμίζονται την αποστολή να περιγράψουν μια κάποια διάθεση που κυβερνάται από τη ρευστότητα και την ευμεταβλητότητα της. Μια αποτυχημένη προσπάθεια να περιγράφει μια «κατάσταση» η οποία όμως κάθε στιγμή υπονομεύεται και παραμένει υπό αίρεση. Αυτή η σύγχυση μεταξύ «διάθεσης» που είναι κάτι σα φωτογραφία στιγμής και «κατάστασης» που μοιάζει περισσότερο μόνιμη και «δική μας» είναι προϊόν της λακωνικής, πολυμεσικής και δηλωσιακής επικοινωνίας των site κοινωνικής δικτύωσης που αφήνουν άπειρο χώρο στη φαντασία κάνοντας την πραγματικότητα να μοιάζει φτωχή, λίγη και ανήμπορη να προσφέρει την επιθυμητή από όλους ικανοποίηση. Μια κοινότητα ανθρώπων που αναζητούν σημασία και προσοχή, προσκαλούν ένα κάποιο βλέμμα να στραφεί πάνω τους, μια φράση, έστω και πεζή, που να μιλά για εκείνους. Και όταν αυτό συμβεί στεγνοί από αισθήματα δεν ξέρουν τι να την κάνουν και την αφήνουν στην άκρη να μαραθεί. Έγινε συνήθεια η προσέλκυση προσοχής και βλεμμάτων τα οποία δεν έχουν κανένα προορισμό, κανένα τόπο για να κατευθυνθούν, τίποτα να ανακαλύψουν πίσω από τους λόφους. Αυτό που μένει είναι η παράξενη γεύση της θλίψης, της μελαγχολίας, της ανίας και εν τέλει της μοναξιάς. Μοναξιά οδυνηρή που προσφέρει εκείνη την ποιότητα του πόνου που δεν έχει σημείο αναφοράς, δεν εντοπίζεται, δε σου δίνει τη δυνατότητα να πεις πονώ για «αυτό» ή το «άλλο» αλλά σε αφήνει μπροστά στην οθόνη να πονάς γενικώς και για τα πάντα και να βουρκώνεις χωρίς να ξέρεις το γιατί; Έχω την εντύπωση πως πίσω από αυτή την κοπιαστική και οδυνηρή προσπάθεια να αποκτήσει ένα κάποιο νόημα η ζωή που μας τυλίγει βρίσκεται η απώλεια της παιδικότητας μας ως «ιδιότητα». Καθώς βαδίζουμε προς τον ενήλικο βίο χάνουμε την παιδικότητα όπου ο κόσμος έχει πραγματικό ενδιαφέρον, όπου όλα, ακόμη και τα πιο μικρά, φαίνονται καινούργια, άγνωστα και μας προσκαλούν να τα εξερευνήσουμε. Ίσως αυτός ο μαγικός κόσμος της παιδικότητας είναι που μας λείπει και μας καθηλώνει στην οδύνη και την ανυπαρξία. Μόνο αν μείνουμε για πάντα παιδιά έχουμε ελπίδες αυτός ο κόσμος να αποκτήσει ενδιαφέρον και επειδή αυτό είναι αδύνατο να συμβεί πρέπει να αποδεχθούμε την ιδέα αυτής της απώλειας που μεταμορφώνει τον πόνο τουλάχιστον σε μια παρηγορητική επιβεβαίωση ότι ζούμε, ότι είμαστε ζωντανοί.
|