|

Γράφω όλο και πιο σπάνια πλέον για τη Θεσσαλονίκη «την πόλη που σαν όχημα μας κουβαλά στο χρόνο» όπως μου αρέσει να την ονομάζω, τα δεκαεπτά χρόνια που ο Βαρδάρης «φυσά» από τις σελίδες της «Ελευθεροτυπίας». Συνεχίζει να ασκεί όμως την ίδια μαγεία, να φανερώνει την ίδια μοναδική ισχύ που την κάνει να φορτίζει τους κατοίκους της, οι οποίοι αναφέρονται σε αυτήν σα να είναι πρόσωπο υπαρκτό που έχει σάρκα, οστά, πάθη, κάλλη και προσφέρει στεναγμούς, ηδονές και πόνο. Νομίζω πως δεν έχει αγαπηθεί άλλη πόλη με τέτοιο τρόπο, τόσο αμφίσημο.
Οσοι δε την εγκαταλείψαμε, μας αρέσει να της προσάπτουμε χίλια μύρια κακά και ελαττώματα έως τη στιγμή που γαληνεύουμε στη ζεστή αγκαλιά της. Είμαστε βέβαιοι ότι θα την προδώσουμε με την πρώτη ευκαιρία και, όταν αυτή έρχεται, μας προσπερνά και μετά έρχεται η επόμενη ευκαιρία και μετά μια άλλη.
Με το βλέμμα χαμένο στον πορτοκαλή Θερμαϊκό ορίζοντα, βουτάμε στις αναμνήσεις που μας πρόσφερε, τα φιλιά, τη μέθη, τις παραισθήσεις, τα χάδια, τα δάκρυα, το φόβο και τον πόνο που μας χάρισε χωρίς να ζητήσει ανταλλάγματα.
Δεν χρειάζομαι αφορμή για να γράψω για την πόλη, τα φωτάκια της οποίας έβλεπα να λαμπυρίζουν στο θερινό νυχτερινό ορίζοντα όταν ήμουν μικρό παιδί. Ο ουρανός προσγειωμένος στη Γη ήταν η πόλη αυτή στα παιδικά μου μάτια και τα μακροσκοπικά φώτα των νυχτερινών της δρόμων ήταν τα αστέρια και κάθε ένα από αυτά μια ευχή. Είχα υποσχεθεί ότι θα ζήσω ανάμεσα σε αυτά τα «άστρα», ότι θα κολυμπήσω στο φως τους και θα αφήσω την ύπαρξή μου αμέριμνη να κυλιστεί στους νυχτερινούς της δρόμους, και το έκανα.
Σκέφτηκα πολλές φορές να την προδώσω, να φύγω. Εφυγα και πάντα γύριζα, όπως γύρισαν τόσοι και τόσοι φίλοι που ξέρω. Αυτοί που δεν στάθηκαν ικανοί να ζήσουν χωρίς το χάδι της. Οσοι δεν γύρισαν, αυτήν ονειρεύονται τα βράδια ακόμη και αν λίγες στιγμές πριν δήλωναν με σιγουριά πως την έχουν ξεχάσει. Ολο και πιο συχνά συναντώ ανθρώπους νέους που είναι έτοιμοι να μεταναστεύσουν, να κατεβούν στη μητρόπολη Αθήνα για να κυνηγήσουν ένα κάποιο όνειρο, μια δανεική μισθωτή ελπίδα, να δώσουν ραντεβού με την προσδοκία. Τους προτρέπω να φύγουν για να μη μείνουν με την πικρία πως δεν τόλμησαν ποτέ. Αν νιώσουν τη νοσταλγία να απλώνεται σα μεμβράνη στο μυαλό και την ψυχή τους, να επιστρέψουν πίσω χωρίς ποτέ κανείς να τους ρωτήσει γιατί έφυγαν, γιατί γύρισαν, γιατί είναι έτοιμοι να φύγουν και πάλι. Συχνά έρχονται στο μυαλό μου αυτοί που δεν θα γυρίσουν ξανά, αυτοί που έχτισαν τις ζωές τους στέρεα και με τέτοιο τρόπο που να μην υπάρχει επιστροφή. Τους ρωτώ, όταν μου δίνουν την ευκαιρία: «Με τι έφυγες; Με τραίνο, με ΚΤΕΛ, με αμάξι ή με αεροπλάνο και τι σκεφτόσουν τις ώρες εκείνου του ταξιδιού; Ποιες εικόνες, ποια φιλιά, ποια γέλια τρανταχτά έκαναν υγρά τα μάτια σου; Ποια υπόσχεση έδωσες που δεν μπορείς να εκπληρώσεις;»
|