|
 Κάποιες φορές το να είσαι «πεζός» αποτελεί κατηγορία, ισοδυναμεί με μια αξιολογική κρίση που κατατάσσει ως υποδεέστερους τους πραγματιστές, όσους δεν αιθεροβατούν και γαντζωμένοι στην πραγματικότητα μοιάζουν να προσεγγίζουν τον κυνισμό. Αλλες φορές το να είσαι «πεζός» μοιάζει με ευλογία: να περπατάς ανάμεσα σε δροσερές οξιές ή να βουλιάζει το βήμα σε αμμουδερές ακροθαλασσιές. Για κάποιους συμπολίτες μου το να είσαι «πεζός» αποκτά πολιτική διάσταση, όταν νιώθουν το πλήθος των τραπεζοκαθισμάτων να τους κόβει το δρόμο και τα παράνομα παρκαρισμένα αμάξια να καταλαμβάνουν τα πεζοδρόμια. Ελαβα ένα μήνυμα από μια ομάδα ενεργών πολιτών που έχει τον τίτλο «Ενωση Πεζών» (www.enosipezon.gr), η οποία μεταξύ άλλων χρησιμοποιεί στην καμπάνια της το έξυπνο σύνθημα που κρύβει μια ακτιβιστική διάθεση «Οσο θα ανεβαίνετε στα πεζοδρόμια, εμείς θα κατεβαίνουμε στους δρόμους». Συμφωνώ με τις επιδιώξεις και τις παρατηρήσεις της «Ενωσης Πεζών» για τα δικαιώματα των διαβατών στην πόλη αλλά δεν μπορώ να μη σημειώσω πως και σε αυτή την πολιτικού περιεχομένου δράση υπάρχει αυτό που την προηγούμενη εβδομάδα επισήμανα ως πρόβλημα της αντίληψης περί του «πολιτικού»: μοιάζει με «παιχνίδι μηδενικού αθροίσματος» (zero sum game). Αδυνατεί να δει «το πολιτικό» ως πεδίο σύνθεσης, το αντιμετωπίζει ως πεδίο σύγκρουσης. Μοιάζει να υπάρχουν δύο στρατόπεδα, «εμείς» (οι πεζοί) και οι άλλοι, μοιάζει σαν αντιπαράθεση ατόμων ενώ στην πραγματικότητα αποτελεί διαμάχη αντιλήψεων. Ο ορισμένος τρόπος με τον οποίο οι άνθρωποι βιώνουμε το χώρο αποτελεί σημαντικό στοιχείο της ύπαρξής μας και υπακούει πια στη μεταβλητότητα και στη ρευστότητα. Εχει προ πολλού δραπετεύσει από την ιδέα της μίας, μοναδικής και αντικειμενικής αντίληψης περί χώρου. Η σχέση μας με τις πόλεις που φιλοξενούν τα νήματα του βίου μας αποτελεί καθρέφτη του τρόπου παραγωγής και της διαμόρφωσης κοινωνικών σχηματισμών. Συνεχώς αναφύονται πεδία ασάφειας και νεαρές αντιθέσεις ή εγκλήσεις στον τρόπο με τον οποίο βιώνουμε και δημιουργούμε ο καθένας τη «δική του πόλη». Ο χώρος, ως το πάγιο, το ακίνητο, το μη διαλεκτικό, δεν υπάρχει για να χωρέσει ένα λόγο δικαιωματικό που θα δώσει νόημα σε μια ακόμη αντιπαράθεση, π.χ. μεταξύ πεζών και οδηγών. Η πόλη είναι πια ρευστή, πολύπλοκη, υποκειμενική υπόθεση του καθενός από τους πολίτες. Ο πολιτισμός της ταχύτητας, του στιγμιαίου, της απόρριψης αντικειμένων μιας χρήσης που έχουν περιορισμένη ζωή, εκπαιδεύει τους κατοίκους των πόλεων με παρόμοια ευκολία να απορρίπτουν αξίες, τρόπους ζωής, σταθερές σχέσεις και να απαγκιστρώνονται από κτίρια, χώρους, τόπους αλλά και αντιλήψεις και τρόπους δράσης και ύπαρξης. Εχω την εντύπωση πως η πολεμική ενάντια στην αντίληψη της κατάληψης και της πάσης φύσεως εκμετάλλευσης των ελεύθερων δημόσιων αστικών χώρων δεν πρέπει να είναι πολεμική ενάντια στους οδηγούς ή τους θαμώνες των χιλιάδων καφέ στα καταλυμένα πεζοδρόμια της πόλης. Η αντιπαράθεση (ή καλύτερα η σύγκριση) δεν θα πρέπει να αφορά τα άτομα αλλά τις αντιλήψεις. Μια δικαιωματική ρητορεία που υιοθετεί το σχήμα «εμείς οι πεζοί» και οι «άλλοι οι οδηγοί» αδικεί και τις δύο πλευρές. Μια συνθετική-μη πολεμική ματιά θα φανέρωνε πως και οι δύο πλευρές είναι θύματα μιας αντίληψης που δεν πηγάζει από αυτούς αλλά από όσους παίρνουν τις αποφάσεις, από τις αρχές, τους νόμους, τους ελεγκτικούς μηχανισμούς.
|