
Στο σημερινό Βαρδάρη θέλω να αναφερθώ στη λεγόμενη κρίση των ΜΜΕ για την οποία χύνουν κροκοδείλια δάκρυα πολιτικοί και media-νθρωποι. Θα πάω πίσω στη διετία 1987-1989 γιατί η κρίση των ΜΜΕ δεν είναι φαινόμενο των ημερών μας αλλά σιγοκαίει από εκείνη τη διετία, από τότε που δήθεν «απελευθερώθηκαν» τα ηλεκτρονικά μέσα στην χώρα μας. Την εποχή εκείνη ξεκίνησε και η ραγδαία αλλαγή στο μιντιακό τοπίο της Θεσσαλονίκης η οποία ως τότε απολάμβανε μια αίσθηση αυτόνομης πορείας στο τύπο κυρίως λόγω του κύρους του Συγκροτήματος Βελλίδη. Όμως οι αλλαγές και η συνθήκες κρίσεις ξεκινάνε από τα ηλεκτρονικά ΜΜΕ . Τα τελευταία 22 χρόνια η ραδιο/τηλεόραση είναι ένας από τους χώρους ιδιαίτερης πολιτικής σημασίας που διεκδικεί με αξιώσεις από τον πολιτικό κόσμο την «αυτορύθμιση» του άρα και την χειραφέτηση του. Είναι αυτή που άλλαξε την ελληνική κοινωνία και τον προσανατολισμό της. Αυτές οι δύο δεκαετίες συμπίπτουν με την αλλαγή δύο σημαντικών παραμέτρων του πολιτικού συστήματος στην Ελλάδα: αλλαγή στις σχέσεις πολιτικής και οικονομικής εξουσίας, μετάβαση από την κομματική στην τηλεοπτική πολιτική.
Η διετία 1987-1989 μετέβαλε τις σχέσεις κομμάτων με το τύπο. Επειδή ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του ’90 οι περισσότερες επιχειρήσεις του τύπου πέρασαν στα χέρια επιχειρηματιών, μετέβαλε τις σχέσεις μεταξύ πολιτικού συστήματος και επιχειρηματιών, τις σχέσεις πολιτικής εξουσίας και οικονομικής εξουσίας. Αυτή η περίοδος που κλείνει με την αποκάλυψη του σκανδάλου Κοσκωτά οδήγησε στην εμφάνιση του όρου «διαπλεκόμενα» και «διαπλοκή» στην ελληνική πολιτική σκηνή. Οι εκδότες-επιχειρηματίες διευρύνουν τις δραστηριότητες τους στα ηλεκτρονικά μέσα και προκύπτουν στο δημόσιο διάλογο και την πολιτική αντιπαράθεση ζητήματα που ακόμη και σήμερα απασχολούν τη δημόσια σφαίρα όπως η συγκέντρωση μέσων, ο βασικός μέτοχος, τα ασυμβίβαστα, η γεωγραφική ευρύτητα εκπομπής (τοπικό ή εθνικό επίπεδο), η νομική κατοχύρωση , οι άδειες εκπομπής και τα κριτήρια τους κ.α.
Ο χώρος της ιδιωτικής τηλεόρασης αντιμετωπίζεται όχι ως επιχειρηματική δραστηριότητα αλλά ως πολιτική επιλογή και σε αυτό συνηγορούν οι παράλληλες επιχειρηματικές δραστηριότητες των ιδιοκτητών των μεγάλων καναλιών. Το οικονομικό κέρδος από την τηλεοπτική αγορά μοιάζει να αποτελεί δευτερεύον κίνητρο με πρώτο την εξουσία που συνεπάγεται ο έλεγχος ενός ισχυρού μέσου. Ιδιαίτερο ελληνικό στοιχείο στο ραδιοτηλεοπτικό τοπίο είναι η αναβλητικότητα αδειοδότησης των καναλιών από την πολιτεία και άρα η καθυστέρηση ρύθμισης του. Εμφανίζεται επίσης ένα νέο είδος λαϊκισμού, ο «τηλελαϊκισμός», με ιδιαίτερες επιδόσεις σε κοινωνικά (π.χ. μετανάστες, σχολικά βιβλία ιστορίας κ.α.) και σε εθνικά ζητήματα. Η συμβολή της μη κρατικής ραδιοτηλεόρασης στην αλλαγή βασικών χαρακτηριστικών της ελληνικής κοινωνίας, της δημόσια σφαίρας και του πολιτικού λόγου γίνεται όλο και πιο αισθητή. Η ιδιωτική τηλεόραση καθιερώνει τα παράθυρα, τις σφυγμομετρήσεις, τα exit poll και τα debate. Χρησιμοποιεί εργαλειακά το λεγόμενο «κοινό αίσθημα» και σε συνδυασμό με την ανάπτυξη των εταιρειών μετρήσεων γνώμης διαμόρφωσε ένα διαφορετικό πολιτικό πολιτισμό.
Τα κόμματα και οι πολιτικοί αρχηγοί μοιάζουν να αποφασίζουν έχοντας υπόψη τους τον τηλεοπτικό και όχι τον πολιτικό χρόνο. Ο λόγος συντομεύει σε επίπεδο συνθημάτων. Η «πολιτική» θεαματοποιείται γίνεται αφαιρετική, συμβολική, απλοϊκή και το κυριώτερο «α-πολιτική». Περαστικά μας…