|

Είναι μια νύχτα άυπνη και αναρωτιέμαι τι λένε οι άνθρωποι όταν ξεμένουν από λέξεις; Για να το θέσω διαφορετικά μήπως δεν έχει σημασία τι λένε οι άνθρωποι όταν ξεμένουν από λέξεις αλλά σημασία έχει τι κάνουν; «Σιωπούν» μου φωνάζει μια μορφή από το πουθενά, «σφραγίζουν ερμητικά τα χείλη και στρέφουν το βλέμμα στον σκοτεινό ουρανό». «Χορεύουν», μου λέει χαμογελαστά μια άλλη μορφή, «χορεύουν σα να μη υπάρχει αύριο», καβαλάνε τον ρυθμό και χάνονται σε κοιλάδες έκστασης. «Ζωγραφίζουν» μου απαντά μια άλλη φωνή της οποίας δε διακρίνω τη μορφή, παράξενο σκέφτομαι μια φωνή χωρίς μορφή και χάνομαι στο καταιγισμό των απαντήσεων που λαμβάνω. «Όταν οι άνθρωποι ξεμένουν από λέξεις κάνουν θέατρο» μου λέει με στόμφο η γαλήνια φωνή που κρατά στο χέρι ένα φθαρμένο από τα χρόνια χαρτί που γράφει «Όλος ο κόσμος είναι θέατρο», άρα όλος ο κόσμος έχει ξεμείνει από λέξεις σκέφτομαι φευγαλέα πριν με διακόψει η επόμενη φωνή. «Όσοι ξεμένουν από λέξεις συλλαμβάνουν στιγμές» μου ψιθυρίζει μα τρεμάμενη φωνή το σκοτάδι, «φωτογραφίζουν, μιλάνε με εικόνες και παγωμένο χρόνο, μιλάνε με φως και ακινησία, παιχνιδίζουν με το χρόνο που κυλάει και το φως που μιλάει». «Κάνουν τέχνη» συμπληρώνει μια βραχνή από τα τσιγάρα και τα ποτά φωνή που κάθεται στο ξέφωτο με το σώμα στραμμένο στον ορίζοντα. Δε στρέφει καν το βλέμμα προς την απορημένη μεριά μου, «Αυτοί που δεν έχουν λέξεις έχουν την τέχνη» συνεχίζει λυπημένα απελευθερώνοντας μια βαθιά ανάσα που μυρίζει παραίσθηση , κατάρα και μελαγχολία. Η επόμενη φωνή είναι τισριχτή και δυνατή, μοιάζει να έρχεται από ένα τηλεοπτικό πλατώ «Όταν οι άνθρωποι ξεμένουν από λέξεις κάνουν τηλεόραση και παριστάνουν πως ξέρουν που είναι η ζωή…» Η ζωή είναι έδώ,η ζωή είναι αλλού, η ζωή είναι παντού και πουθενά. «Όταν οι άνθρωποι στερεύουν από λέξεις κάνουν προσευχή» ακούω καθαρά να λέει μια γαλήνια μορφή ανάμεσα στις πολλές φωνές που επιχειρούν να απαντήσουν στο ερώτημα μου. Οι φωνές αυξάνουν, δημιουργώντας μια βοή που μου μοιάζει μυθική. Χωρίς ιδιαίτερη προσπάθεια συλλαμβάνω μερικές ακόμη από τις απαντήσεις που περνούν μπροστά μου και συνεχίζω να καταγράφω. «Αυτοί που δεν έχουν λέξεις φοβούνται τη σιωπή και μιλάνε ακατάπαυστα, φλυαρούν χωρίς να λένε κάτι άξιο να ειπωθεί». «Όταν ο άνθρωπος ξεμένει από λέξεις λέει σ’ αγαπώ» ψελλίζει μια εφηβική μορφή. Αμέσως μια ηλικιωμένη, γερασμένη, σοφή και κουρασμένη μορφή ανασαίνει βαθιά και λέει «Όταν οι άνθρωποι ξεμένουν από λέξεις αναγκάζονται να συνομιλήσουν με το τέλος, τη φθαρτότητα, την θνητότητα, το μηδέν που είναι τα πάντα». Τη γεροντική σοφία διακόπτει αυτή η φορτισμένη νεαρή επαναστατική φωνή «Όταν οι άνθρωποι ξεμένουν από λέξεις κάνουν επανάσταση. Για τις λέξεις που μας στέρησαν αξίζει να πολεμήσουμε. Οι φτωχοί από λέξεις άνθρωποι είναι της γης οι κολασμένοι . ¶νθρωπος χωρίς λέξεις δεν είναι άνθρωπος!». Κάπως έτσι θα αποκοιμηθώ σήμερα, θα ακούω φωνές, θα ακούω μορφές, θα ακούω λέξεις που θα ανησυχούν για όσους ξέμειναν από λέξεις που θα μου ευχηθούν «Καληνύχτα και όνειρα θολά».
|