|

Το τάνγκο μοιάζει με τελετή, κάθε ένα από τα πειθαρχημένα βήματα του αποκαλύπτει πλήθος από τις αποχρώσεις των αισθήσεων που «νομίζουν» ότι είναι οι μόνες που σε δένουν με την πραγματικότητα (αλλά δεν έχουν δίκαιο). Τις οσμές των λαιμών που ποτέ δε γευόσουν. Τις εικόνες που προβάλλουν με οθόνη τα κλειστά μάτια και ποτέ δε θα ειδωθούν, τα αγγίγματα και τα μη λεκτικά μηνύματα που σου δείχνουν το δρόμο προς τη φόρτιση. Τη μουσική που αποκαλύπτει τους μηχανισμούς της συγκίνησης. Το τάνγκο χορεύεται μέσα από τη ρευστότητα της μελωδίας και τη υποστήριξη του ρυθμού, δε μοιάζει σαν τους άλλους χορούς που «ακουμπάνε» στην ασφάλεια του ρυθμού και επιφυλάσσουν για τη μελωδία ρόλο διακοσμητικό. Αρπάζεται από τη μελωδία για να εκτονώσει την ένταση της αγκαλιάς, να υμνήσει τη πηγαία ισχύ του χορού και του διαλόγου σώματος και μουσικής, διάλογος που πάει βαθιά στο χρόνο και τη ψυχή. Λύνει τους κουρασμένους εγκεφαλικούς κόμπους και σε αφήνει κάθε φορά να αναρωτιέσαι, να αναρωτιέσαι, να αναρωτιέσαι ακόμη και για πράγματα για τα οποία ήσουν βουτηγμένος στη βεβαιότητα. Σε καλεί να εμπιστευτείς την ουσία του ανθρώπου που κάθε φορά κλείνεις στη θερμή αγκαλιά σου και να αφεθείς. Να ξεχάσεις τη λογική και το συμβατικό φόβο με το οποίο σε προίκισε η ζωή που σου έμαθε, από μικρό παιδί, να προστατεύεις τον εαυτό σου από τον πόνο και να μη τον εκθέτεις σε κινδύνους. Κάθε τανγκιέρο ή τανγκιέρα δε φοβάται τον πόνο, αδιαφορεί για το ενδεχόμενο οι προσδοκίες του να προδοθούν για ακόμη μια φορά. Είναι απελευθερωτικό, καταραμένο και για αυτό ενδιαφέρον όπως κάθε περιπέτεια που αλλάζει τη ζωή σου….
|