|
Δεν έχουν περάσει πολλές μέρες από τότε που έγραφα για τις «δύο τηλεοπτικές Ελλάδες»: «Η Ελλάδα του φόβου και η Ελλάδα της ανούσιας ανεμελιάς, δύο κόσμοι, δύο αλήθειες, δύο πραγματικότητες που μαρτυρούν με τον διαυγέστερο τρόπο την προβληματική σχέση που έχουμε ως κοινωνία με την πραγματικότητα». Η τηλεοπτική πραγματικότητα αυτές τις μέρες μού δίνει καθημερινά αφορμές για να επιβεβαιώσω αυτή την παρατήρησή μου. Τη στιγμή που η συνωμοσιολογική Ελλάδα του φόβου στρέφει το βλέμμα της στο Νταβός όπου κρίνεται η τύχη της χώρας μας, και προετοιμάζεται για την αντιμετώπιση των ανίερων επιθέσεων που δέχεται η οικονομία μας από κερδοσκοπικά κέντρα του εξωτερικού τα οποία υπονοούνται ικανοποιητικά, η «Ελλάδα της αβάσταχτης ανεμελιάς» ανησυχεί για την έκβαση του «εθνικού μας διαζυγίου», έκτακτες εκδόσεις σκανδαλοθηρικών εντύπων, αναλύσεις και άπειρος τηλεοπτικός χρόνος αφιερώνονται χωρίς καμία φειδώ σε ένα συνηθισμένο γεγονός, που θα μπορούσε να αφορά μόνο τις τηλεοπτικές και κουτσομπολίστικες στήλες των lifestyle περιοδικών.
Πίσω από τον υπέρμετρο αυτό σχολιασμό, που καλύπτεται με μια επιδερμίδα «ανθρώπινου ενδιαφέροντος» για τη διάλυση μιας ιδανικής οικογένειας που θα μπορούσε να ενσαρκώνει το «νεοελληνικό όνειρο», είναι καλά κρυμμένος ο πραγματισμός των σχολιαστών και η αναπαραγωγή ενός στερεότυπου που αφήνει υπονοούμενα για την αλήθεια αυτών των γεγονότων, τις διαστάσεις τους, τις προθέσεις τους και τις επιδιώξεις των πρωταγωνιστών. Σε αυτό τον καχύποπτο ρεαλισμό, η ξανθιά «έτοιμη για όλα» παρουσιάστρια είτε πρέπει να έχει άλλη σχέση είτε πρέπει να υποκρίνεται για να ανεβάσει τα νούμερά της. Χωρίς να αποκλείω αυτές οι δύο εκδοχές να είναι πραγματικές, στέκομαι στην ευκολία με την οποία υπονοούνται ή εκφράζονται δημόσια, και βέβαια στα πρόθυμα αυτιά του φιλοθεάμονος κοινού, που είναι εξοικειωμένο με την υποκρισία και τον πραγματισμό που υπονοείται. Η υποκρισία γίνεται αντιληπτή ή κατανοητή από τους σχολιαστές και τους θεατές γιατί είναι οικεία, αφορά τους ίδιους που την κατέχουν, τη γνωρίζουν και χρησιμοποιούν τους μηχανισμούς της. Μια δευτερογενής παρατήρηση είναι ότι από τα δύο μέλη του ζεύγους περισσότερο υπόλογος μοιάζει η σταρ γυναίκα, όχι μόνο γιατί είναι διάσημη αλλά και γυναίκα, και μάλιστα όμορφη και πετυχημένη, στοιχεία που συνηγορούν πως έχει λερωμένη τη φωλιά της. Μια άλλη ιστορία, που προηγήθηκε του εθνικού διαζυγίου και διέθετε πολλά από τα παραπάνω χαρακτηριστικά, ήταν η ενδεχόμενη εμπλοκή της παρουσιάστριας της Κύπρου στη δολοφονία του καναλάρχη, όπου με ευκολία και παρρησία οι γνωστοί σχολιαστές «της αβάσταχτης ανεμελιάς» προεξόφλησαν τα κίνητρα και την ενοχή της. Γυναίκα, διάσημη και πετυχημένη δεν μπορεί παρά να είναι ικανή, για λόγους ματαιοδοξίας, να σχεδιάσει έναν φόνο· ποιος από τους τηλεθεατές αμφιβάλλει ότι έτσι έχουν τα πράγματα; Καθώς έκανα τις παραπάνω σκέψεις και συγκρίσεις, μού ήρθε στο μυαλό εκείνη η υπέροχη ταινία του Γκας Βαν Σαντ που παίχτηκε στην Ελλάδα με τον τίτλο «Ετοιμη για όλα», όπου όλα αυτά τα σεξιστικά στερεότυπα πρωταγωνιστούν μαζί με μια ηρωίδα που επιδιώκει πάση θυσία την επιτυχία στον χώρο της τηλεόρασης και οδηγείται στο να σχεδιάσει τη δολοφονία του συζύγου της για να κλέψει μερικά λεπτά δημοσιότητας. Προτείνω να τη δείτε πριν καταναλώσετε μερικά ακόμη πολύτιμα λεπτά της δικής σας ζωής ηδονοβλέποντας τις «ζωές των άλλων». |