|
Κάθομαι στην άκρη ενός φαραγγιού, κοιτώ επίμονα την απέναντι πλευρά και ακούω χωρίς προσπάθεια φωνές-κραυγές να αναδύονται από το σκοτάδι που καλύπτει το φαράγγι αυτό. Ονομάζω «μελωδία» αυτές τις κραυγές που ξέρω καλά πως πηγάζουν από τους ανθρώπους, τα πράγματα, τις εικόνες και τις ελπίδες που χάθηκαν στο σκοτάδι αυτού του φαραγγιού, που κόβει τη ροή της ζωής του καθενός στα δύο. Μερικές φορές αναρωτιέμαι πώς μπορεί να κρυφτεί τόση ζωή μέσα σ' ένα φαράγγι και τι από όλα αυτά που κατοικούν στο σκοτάδι του θα καταφέρει να διασωθεί. Αλλες φορές επιχειρώ να φανταστώ τη ζωή σαν έναν βράχο μοναχικό που βρέχεται από το αλμυρό νερό του πελάγους. Μια βραχονησίδα δηλαδή, που ερήμην της ξεσηκώνει πολέμους και πονά από τότε που ένας σεισμός τής χάρισε μια βαθιά χαράδρα-πληγή ίδια με το φαράγγι της ιστορίας μας. Θα μπορούσε βέβαια ο βράχος-ζωή να ήταν μια σχισμένη στα δύο κορφή σε ένα ορεινό σύμπλεγμα που το αγκαλιάζουν τα σύννεφα και ο ουρανός, π.χ. μια από τις αμέτρητες κορφές των Ανδεων.
Συναναστρέφεται τις άλλες κορφές, αφήνεται στο χάδι των χιονονιφάδων και στα αέρινα φιλιά των νεφών και παρακαλεί το χιόνι να γεμίσει τη ρωγμή που τη χωρίζει στα δύο. Για να μη μακρηγορώ, αυτή τη λαχτάρα που προσπαθώ να περιγράψω την έχει περιγράψει και τη μαρτυρά με πολύ λιγότερα λόγια ο Ψαραντώνης σ' εκείνο τον στίχο που λέει πως η μια «μεριά του φαραγγιού» λαχταρά να σμίξει με την άλλη. Η μια φάση της ζωής του καθενός προσπαθεί να σμίξει με την άλλη. Η εποχή της αθωότητας με την εποχή του ενήλικου πραγματισμού, που μια φίλη τον λέει κυνισμό. Εχω την αίσθηση πως η στιγμή που η αθωότητα σε εγκαταλείπει, παρασέρνει μαζί της πολύ περισσότερα από όσα είμαστε ικανοί να αντιληφθούμε και σου χαρίζει μια οδύνη που κρατά για πάντα. Υπάρχουν μάλιστα πλάσματα που αυτή την οδύνη δεν θα την αποδεχτούν ποτέ και θα μείνουν να συνομιλούν με τον (συγκεκριμένο) πόνο. Τον πόνο της αγνοούμενης αθωότητας, που κατέχει μεταξύ των άλλων δεσπόζουσα θέση. Με το πέρασμα των ετών αυτός ο πόνος γίνεται πόνος σύντροφος, συνοδοιπόρος, δάσκαλος και μάγος. Χάνεις την αθωότητά σου και βρίσκεις έναν πόνο να σε παρηγορεί, να σε δοκιμάζει και να σε δαμάζει. Συχνά μεταμορφώνεται και σου φανερώνεται με άλλες όψεις. Δεν σου παίρνει όμως καιρό για να τον αντιληφθείς και με ανακούφιση να τρέξεις προς το μέρος του. Μια συνηθισμένη του μεταμφίεση είναι από πόνος να γίνεται φόβος, π.χ. ο φόβος της απομάγευσης του κόσμου. Στη μαγεία πιστεύουν μόνο οι αθώοι, δηλαδή οι «τρελοί» και τα παιδιά. Η πίστη στον μαγικό τρόπο με τον οποίο μπορεί να συνωμοτήσουν ο χρόνος, ο χώρος και οι καταστάσεις, η πίστη ότι υπάρχει κάτι πέρα και πάνω από την ύλη, το τώρα και τις αισθήσεις απαιτεί αθωότητα, εμπιστοσύνη στους ανθρώπους, ανιδιοτέλεια και μια ζεστή αγκαλιά με (τα) συναισθήματα. Οταν τα χάνεις αυτά πονάς, θρηνείς και φοβάσαι για (τα) πάντα. |