Η συζήτηση για τη Θεσσαλονίκη και το συλλογικό της στίγμα έχει γίνει επίκαιρη εδώ και πολλά χρόνια. Η Θεσσαλονίκη δεν είναι συντηρητική, δεν είναι φοβική, δεν είναι αβίωτη ή τεμπέλικη. Βέβαια η Θεσσαλονίκη δεν είναι ούτε ερωτική ούτε πρωτοποριακή ούτε μητρόπολη των Βαλκανίων· με άλλα λόγια η Θεσσαλονίκη δεν είναι ένα συγκεκριμένο πράγμα το οποίο κάποιος επιθετικός προσδιορισμός είναι ικανός να το περιγράψει, και με αυτή την έννοια δεν διαθέτει μια αντικειμενική αλήθεια να μας προσφέρει. Αυτό που μπορεί να δώσει απλόχερα σε όλους όσοι συζητάμε γι' αυτήν, όσοι μείναμε, όσοι έφυγαν, όσοι τη νοσταλγούν, όσοι γύρισαν, όσοι την αγαπούν, ή της κρατάμε μούτρα, είναι χρόνο για να σκεφτούμε, πεδίο για να υπάρξουμε και δρόμους για να βαδίσουμε πάνω από τα εμπόδια και να απλώσουμε τα νήματα του βίου μας. Η Θεσσαλονίκη, όπως κάθε σύγχρονη πόλη, δεν βιώνεται μ' έναν συγκεκριμένο τρόπο και γι' αυτό δεν μπορεί επίσης να περιγραφεί μ' έναν και μόνο τρόπο. Κάθε τέτοια προσπάθεια που θα επιχειρήσει να καταστεί «αντικειμενική αλήθεια» της πόλης στην οποία πρέπει να χωρέσουν οι αλήθειες των πολιτών της, το πρώτο που καταφέρνει είναι να αδικήσει και την πόλη και όσους αποδέχονται ότι μπορεί να υπάρξει μία και μόνη δεσπόζουσα αλήθεια ισχυρότερη από τις άλλες, που είναι ικανή να καταστεί πραγματικότητα.
Ο Βαρδάρης προκρίνει την ισοδυναμία των υποκειμενικών ματιών στην πόλη. Υπάρχουν τόσες εκδοχές της πόλης όσες και οι ματιές που στρέφονται προς αυτήν. Ολες οι εκδοχές είναι ισότιμες και ισοδύναμες, αλλά υπάρχουν κάποιες οι οποίες κυριαρχούν, επικρατούν και προσλαμβάνουν τη μορφή συλλογικών μύθων που διηγούνται μια νεοπραγματικότητα που λίγοι μπαίνουν στον κόπο να την αμφισβητήσουν. Οι άνθρωποι των media, οι opinion leaders, οι διανοούμενοι, οι πολιτικοί αγωνίζονται να εκφράσουν τμήματα αυτής της νεοπραγματικότητας και να καταστούν κάτι περισσότερο από εκπρόσωποι του εαυτού τους. Σχηματοποιούν ένα υπερβατικό πλαίσιο αλήθειας, χρησιμοποιώντας τα κατάλληλα σημεία, που είναι ικανά να φανερώσουν την επιδιωκόμενη αλήθεια, που φέρεται ως κοινή αλήθεια-κοινό αίσθημα και άρα διαθέτει ιδιότητες που την κάνουν ικανή να αντιπροσωπεύσει την «αντικειμενική πραγματικότητα της πόλης». Ενα παράδειγμα μιας τέτοιας νεοπραγματικότητας, η οποία προσφέρεται ως αντικειμενική, είναι η διαπίστωση πως η Θεσσαλονίκη είναι συντηρητική. Για την ενίσχυση αυτής της διαπίστωσης απαριθμούνται οι εκλεγμένοι πολιτικοί που τα τελευταία χρόνια διαχειρίζονται την τύχη της. Επειδή αυτοί είναι συντηρητικοί κι έχουν αναδειχθεί μέσα από εκλογικές διαδικασίες, καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι αφού οι τοπικοί της άρχοντες είναι συντηρητικοί, άρα και οι ψηφοφόροι είναι συντηρητικοί, άρα και ολόκληρη η πόλη είναι τέτοια. Αυτή η ανάλυση-συμπέρασμα «χαρίζει» την πόλη στο κυρίαρχο ρεύμα και κρατάει στο σκοτάδι τα μικρά, δροσερά και γάργαρα ρυάκια. Ουσιαστικά αδικεί τα χίλια άλλα πράγματα τα οποία είναι ικανά να ελκύσουν το βλέμμα μας και να μας δείξουν πως η Θεσσαλονίκη μπορεί και να μην είναι συντηρητική. Η ίδια ανάλυση βέβαια δεν λαμβάνει υπόψη της τις δομικές αδυναμίες των αντιπροσωπευτικών διαδικασιών που έχουν ονομαστεί δίκαιες, χωρίς απαραίτητα να είναι τέτοιες. Αυτό που προτείνω κλείνοντας είναι να αποδεχτούμε πως η Θεσσαλονίκη είναι χιλιάδες πράγματα μαζί και μεταμορφώνεται κάθε φορά ανάλογα με το τι επιλέγει το βλέμμα μας για να εστιάσει. Με άλλα λόγια, η Θεσσαλονίκη δεν είναι μία και σίγουρα δεν είναι συντηρητική. |